Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Ετυμολογία της λέξης αλάτι



Η λέξη αλάτι είναι ομηρική και προέρχεται από τη λέξη (η) αλς (θηλυκού γένους, γενική της αλός), η οποία σημαίνει θάλασσα.

Νερό με πολύ αλάτι λέγεται άλμη (σαλαμούρα). Για αυτό λέμε το θαλασσινό νερό είναι αλμυρό, γιατί υπάρχει σε αυτό διαλυμένο το άλας (το αλάτι). Οι αλυκές (αλαί στην αρχαία γλώσσα) μας προμηθεύουν με το άλας ή το αλάτι που χρησιμεύει να φτιάχνουμε αλίερους ιχθείς, δηλαδή αλατισμένα ψάρια, αλίτυρο, δηλαδή αλατισμένο τυρί και γενικά πολλά είδη αλατισμένης τροφής. Το αλάτι στα λατινικά λέγεται sal (s-al) που είναι αναγραμματισμός της λέξης αλς. Συχνά συναντάμε αναγραμματισμούς σε ελληνικές λέξεις που έγιναν από τους Ρωμαίους, όπως στο προκείμενο παράδειγμα την αντιμετάθεση του τελευταίου γράμματος στην αρχή. Έτσι «το άλας» (γενική του άλατος) μεταφέρθηκε στην αγγλική γλώσσα από τη λατινική του παραφθορά ως salt. Ο μισθός των λεγεωναρίων, στρατιωτών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, γινόταν κάποια εποχή σε πολύτιμο μαγειρικό αλάτι. Ο μισθός αυτός ονομάστηκε salarious (s-al-arius), λέξη από την οποία προέκυψε στην αγγλική γλώσσα το salary που σημαίνει μισθός και το ρήμα sale (πώληση).

Share